Οι φίλοι σου, η παρέα σου..

Είχα διαβάσει κάπου ότι τίποτα από μόνο του δεν είναι τέλειο, αν δεν έχεις κάποιον να το μοιραστείς. Η παρέα είναι αυτή που μας κάνει να περνάμε καλά, η παρέα μάς δίνει χαρά, μας "απογειώνει".
Αν η παρέα σου, οι φίλοι σου αγαπούν και τον Χριστό, τότε, όσο πλησιάζει ο καθένας από την παρέα σου τον Χριστό τόσο δένεστε και μεταξύ σας! Ανεπαίσθητα, αβίαστα, ειλικρινά... Είναι σαν να έχουμε ομόκεντρους κύκλους όπου στο κέντρο είναι ο Χριστός και σε τρο
χιές στους άλλους κύκλους είναι οι φίλοι σου και εσύ. Όταν προσπαθούν όλοι να πλησιάσουν προς το κέντρο (τον Χριστό) τότε πλησιάζουν και μεταξύ τους!
Επηρεάζουμε τους φίλους μας και επηρεαζόμαστε απ'αυτούς. Σε μια ομιλία είχα ακούσει κάτι σχετικό: "Αν μπεις σε ένα κατάστημα με αρώματα, βγαίνοντας θα μυρίζεις και συ άρωμα. Αν είσαι σε μέρος όπου έντονα μυρίζει τσιγάρο, τότε βγαίνοντας και συ θα μυρίζεις τσιγάρο..." Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους φίλους.
Προσπάθησε πάντα να έχεις τους πιο καλούς φίλους!


Φίλος είναι εκείνος που σου δίνει την ελευθερία να είσαι ο εαυτός σου.♥
Τζ. Μόρισον

Πάντα χρειάζεται να ξέρουμε πότε πρέπει να κλείσουμε ένα κεφάλαιο της ζωής μας και να γυρίσουμε σελίδα.Αν, όμως, επιμένουμε να παραμένουμε στα ίδια περισσότερο απ',οτι πρέπει, θα χάσουμε το νόημα και την ευχαρίστηση για το υπόλοιπο της ζωής.
~ Paulo Coelho Το Πέμπτο Βουνό ~
Στο Ταξίδι της Ζωής θυμήσου…

Όταν λες «σε αγαπώ»
Να το λες με σοβαρότητα.
Όταν λες «συγνώμη»
Κοίτα το άλλο άτομο στα μάτια.
Μην περιγελάς τους άλλους για τα όνειρά τους.
Μπορεί να βγεις πληγωμένος
Αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσεις την ΖΩΗ.
Μην κρίνεις τους άλλους
Από αυτούς που τους περιτριγυρίζουν.
Μίλα αργά, αλλά σκέψου γρήγορα.
Αν κάποιος σου κάνει μια ερώτηση
Στην οποία δεν θέλεις να απαντήσεις
Χαμογέλα και ρώτα τον
«Γιατί θέλεις να μάθεις;».
Να θυμάσαι ότι η πιο μεγάλη αγάπη και οι πιο μεγάλες επιτυχίες απαιτούν μεγάλα ρίσκα.
Όταν χάνεις να μαθαίνεις το μάθημά σου.
Να θυμάσαι τα τρία Σ:
Σεβασμός για τον εαυτό σου
Σεβασμός για τους υπόλοιπους.
Σοβαρότητα στις πράξεις σου.
Μην επιτρέψεις μια μικρή παρεξήγηση να χαλάσει μια μεγάλη φιλία.
Χαμογέλα όταν σηκώνεις το τηλέφωνο
Έτσι ώστε το άτομο που τηλεφωνεί να το αισθανθεί από τον τόνο της φωνής σου.
Να δίνεις σημασία στις λεπτομέρειες.
Να θυμάσαι ότι το να μην αποκτάς πάντα αυτό που θέλεις, είναι μερικές φορές τυχερό…..

Πηγή: http://lllazaros.blogspot.gr/
Τραίνο φωτιάς τη σιωπηλή την πόλη διασχίζει,
με βλέματα παιδιών τη χρωματίζει..
Τι κι αν ο φόβος θολώνει τους ανθρώπους,
παιδι όλοι υπήρξανε κάποιον καιρό.

Απ'τον μικρό φωταγωγό το φως του μπαίνει
σκορπά ο ήχος του τον ήχο της σιωπής.
Κι η νύχτα, στ'ονειρό της βασιλεύει..
καθώς το τραίνο χάνεται στον ουρανό..

                                                     Ποίηση: Νικόλας Παπανικολόπουλος

Απόσπασμα (7 ) ... Το Πουθενά μου

Έπινα τον καφέ μου μαζί της, μοιραζόμουν τους αναστεναγμούς μου γιατί γνώριζα, με καταλάβαινε, με αγαπούσε. Μα ..

Άλκης:
...μα ήταν αερικό, πάντα απέναντί μου, πάντα πλάι μου και η ευωδιά της ήσαν τόσο έντονη που δεν μπορούσα να δοθώ σε τίποτε άλλο εκτός από κείνη.

Και θύμωνα, και αντιστεκόμουν με την τρέλα του νου γιατί δεν υπήρχε, ήταν ένα αερικό που μόνο στα όνειρα μου θα είχα.
 Είπα να αφεθώ, να παρασυρθώ από εκείνο που το αναφωνούν Συμβιβασμό και νόμισα πως το κατάφερα, μα … μα δεν κατάφερα τίποτα άλλο εκτός από τον μέσα μου θάνατο. Αργά, βασανιστικά, μεθοδικά πέθαινα. Αναθεμάτισα την σιγουριά μου, την σκόρπια μου ψυχή, την άχρηστη καρδιά μου γιατί ο έρωτα δεν χαρίζεται στους φονιάδες κι εγώ τον σκότωσα , τον πέταξα σαν σκόνη στον αέρα και είχα το θράσος να προσδοκώ πως ο άνεμος της αγάπης της θα με κύκλωνε και πάλι με την ζεστασιά του αλλά … αλλά πλάνες προσδοκίες στο στόχαστρο του αδύνατου και άλλες τόσες ουτοπίες του παρανοϊκού νου.
 Έπαιξα όλους τους ρόλους. Του απελπισμένου.
Της μιλούσα, της ψιθύριζα την απόγνωσή μου, με δάκρυα στα μάτια της επιβεβαίωνα τα εύθραυστα όρια μου. Αποζητούσα την προσοχή της, όλη την προσοχή της κι εκείνη πέθαινε μαζί μου, δάκρυζε με την σκοτεινιά της καρδιά μου, καταλάβαινε την απουσία της λογικής και καλούσε τους θεούς της γαλήνης για με. Σιωπούσε και αφουγκραζόταν, θεωρούσε πως έτσι, με ετούτον τον τρόπο θα ξαλάφρωνε το βάρος που με συνέθλιβε αλλά… αλλά μου παραχωρούσε μόνο ένα της κομμάτι κι εγώ εξαγριωνόμουν.
 Την κατηγόρησα, την ταπείνωσα, την έσπρωξα στο χείλος του γκρεμού μα … μα εκείνη έβγαζε φτερά Αγγέλων και αιωρούταν πάνω από το χάος και δυνάμωνε μέσα από την ευθραυστότητα της και μεγάλωνε, και δομούταν πλάσμα θεϊκό, και έλαμπε μες στο σκοτάδι μου, και με τύφλωνε, και με καθιστούσε ανάπηρο.
 Την γνώρισα στο Πουθενά, και σαν άριστος κυνηγός γύρεψα την σάρκα της με κάθε μέσο. Την πλάνεψα, εισχώρησα στο νου της, στα μονοπάτια που φοβόντουσαν να διαβούν οι άλλοι, και  θάρρος πήρα από το θάρρος της και ύψωσα το ανάστημα μου στην άδικη μέχρι τότε Μοίρα μου διεκδικώντας το όνειρο μαζί της.

Ποίηση: Κωνσταντίνα Σανδάλη